μοναρχικῶν

μοναρχικῶν
μοναρχικός
monarchical
fem gen pl
μοναρχικός
monarchical
masc/neut gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Αθορίν — (Azorin). Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ισπανού Χοσέ Μαρτίνεθ Ρουίθ (José Martinez Ruiz, Μονόβαρ, Αλικάντη 1874 – Μαδρίτη 1967), δοκιμιογράφου, κριτικού, μυθιστοριογράφου και θεατρικού συγγραφέα. Θεωρείται κορυφαία προσωπικότητα της Ισπανίας, που… …   Dictionary of Greek

  • Ανγκιέν, δούκας του- — (Louis Antoine Henri de Bourbon Conde, duc d’ Enghien, 1772 – 1804).Γιος του Λουδοβίκου Ερρίκου και της Λουίζας της Ορλεάνης, έφυγε στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης (1789). Υπηρέτησε στον στρατό του παππού του Κοντέ και… …   Dictionary of Greek

  • Βόρις ή Μπόρις — Όνομα Βουλγάρων ηγεμόνων. 1. Β. Α’ (; – 907). Τσάρος των Βουλγάρων (852 889). Αρχικά προσπάθησε να επεκτείνει το κράτος του σε βάρος της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Κροατίας, δίχως όμως επιτυχία. Υπήρξε διορατικός και δραστήριος ηγεμόνας,… …   Dictionary of Greek

  • Κατανέο, Κάρλο — (Carlo Cattaneo, Μιλάνο 1801 – Καστανιόλα 1869). Ιταλός οικονομολόγος και πολιτικός. Αρχικά συνεργάστηκε με διάφορα επιστημονικά περιοδικά του Μιλάνου, αλλά σύντομα στράφηκε στα πολιτικά προβλήματα της εποχής του. Κατά τη διάρκεια του… …   Dictionary of Greek

  • Κεμάλ Ναμίκ — (Kemal Namik, 1840 – 1888). Τούρκος συγγραφέας και ποιητής. Διακρίθηκε για τις φιλελεύθερες ιδέες του και για τους αγώνες του, ενώ άσκησε επιρροή και στο κίνημα των Νεότουρκων. Επίσης, έκανε καρποφόρες προσπάθειες με στόχο τη δυτικοποίηση της… …   Dictionary of Greek

  • Κλάιστ, Πάουλ Έβαλντ φον- — (Paul Ewald von Kleist,1881 – 1954). Γερμανός στρατάρχης. Ξεκίνησε τη στρατιωτική του σταδιοδρομία το 1900, με την εγγραφή του στη Στρατιωτική Ακαδημία, από την οποία αποφοίτησε το 1913. Διακρίθηκε στον A’ Παγκόσμιο πόλεμο (1914 18) και αργότερα… …   Dictionary of Greek

  • Μέλτσι ντ’ Έριλ, Φραντσέσκο — (Francesco Melzi d’ Eril, 1753 – 1816). Ιταλός πολιτικός. Διακρινόταν για τη μόρφωσή του την οποία συμπλήρωσε με την παραμονή του στη Γαλλία, στην Αγγλία και στην Ισπανία. Η πολιτική του τοποθέτηση χαρακτηρίζεται από έναν συντηρητικό… …   Dictionary of Greek

  • Σούκρε, Αντόνιο Χοσέ ντε- — (Sucre). Στρατηγός και πολιτικός της Βενεζουέλας. (Κουμανά 1795 Πάστο, Κολομβία 1830). Υπήρξε ένας από τους αξιολογότερους νοτιοαμερικανούς πατριώτες και απελευθερωτές και το όνομά του είναι συνδεμένο με του Μπολιβάρ, του οποίου υπήρξε υπασπιστής …   Dictionary of Greek

  • Σουμέ, Αλεξάντρ — (Soumet). Γάλλος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας (Καστελνωνταρύ, Οντ 1788 Παρίσι 1845). Μοναρχικών ιδεών, υποστήριξε τον αυτοκράτορα και εκλέχτηκε ακαδημαϊκός το 1824. Υιοθέτησε το ρομαντισμό και συμμετείχε στη δραστηριότητα του «Καλλιτεχνικού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”